Η Ποντιακή διάλεκτος

1. ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η ποντιακή διάλεκτος και η καππαδοκική διάλεκτος αποτελούν τα λεγόμενα Μικρασιατικά ιδιώματα, τα οποία έχουν ομοιότητες με τα Κυπριακά, τα Δωδεκανησιακά και άλλα (Χίου, Ικαρίας). 
Για τα Μικρασιατικά ιδιώματα γράφει ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης: «Χωρισμένα νωρίς από την επίλοιπη ελληνόγλωσση περιοχή και με ξενόγλωσσο υπόστρωμα, έμειναν για αιώνες χωρίς εύκολη συγκοινωνία και χωρίς γραπτή παράδοση, που να στηρίζη την προφορική γλώσσα, και ακολούθησαν διαφορετική εξέλιξη. 
Διατήρησαν γνωρίσματα τη παλιάς ελληνιστικής κοινής, καθώς και της μεσαιωνικής γλώσσας, και είναι έτσι από τ' αρχαϊκότερα νεοελληνικά ιδιώματα. Από το άλλο μέρος όμως, ενώ έμειναν καθαρά από άλλες ξένες επιδράσεις και διατήρησαν πολλές λέξεις και τύπους αρχαϊκούς, δέχτηκαν, ιδίως τα καππαδοκικά και τα σιλιώτικα, βαθύτερη την επίδραση από τα τούρκικα» (Ιστορική εισαγωγή 274). 


Για τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την ποντιακή ο Δ. Οικονομίδης γράφει ότι «αφού ως η νέα λαλουμένη ελληνική καθόλου υπέκυψε και αύτη εις την κοινήν λεγομένην ελληνικήν ολίγα τινά μόνον στοιχεία εκ της ιωνική ς διασώσασα, ικανά όμως άλλα αρχαιοπινή, προσέλαβεν έπειτα και πολλάς λέξεις και πολλούς γραμματικούς τύπους εκ της μεσαιωνικής και της βυζαντιακής γλώσσης, από δε της αλώσεως και πολλάς κατ’ ανάγκην τουρκικάς λέξεις, τας οποίας και σήμερον έτι διατηρεί τινάς μεν αυτουσίους, τινάς δε μετά καταλήξεων ελληνικών κατά τους ιδίους αυτής γραμματικούς κανόνας» (Γραμματική 5).

Η ποντιακή διάλεκτος μιλιόταν στα νότια παράλια του Εύξεινου Πόντου και στο εσωτερικό της Μ. Ασίας. Αρχίζοντας από τα δυτικά, με όριο την Ινέπολη (Ιωνόπολιν), φτάνουμε στα ανατολικά ως τη Ριζούντα (Ρίζαιον, τουρκ. Ριζέ) και την Κολχίδα (τας Αθήνας). 
Από την Ινέπολη ως την Οινόη η ζώνη των ποντιακών διακοπτόταν από τουρκόφωνους πληθυσμούς και είχε εστίες την Ινέπολη, τη Σινώπη, την Αμισό (Σαμψούντα), την Οινόη. Αλλά και στην υπόλοιπη περιοχή, όπου μιλιόταν η ποντιακή, συνυπήρχαν και τουρκόφωνοι πληθυσμοί. 
Η πιο μεγάλη ενδοχώρα όπου ακούγονταν τα ποντιακά ήταν νότια της Τραπεζούντας με τις περιοχές της Γεμουράς, Ματσούκας, Σάντας, Κρώμνης, Χαλδίας [με πρωτεύουσα την Κάν(ιν), λόγια Αργυρούπολη, τουρκ. Γκιμισχανέ], Χεριάνων. 
Ποντιακά μιλούσαν και σε διάφορες παροικίες μεταλλωρύχων (ματεντζήδων) Ποντίων σε μεταλλειοφόρες περιοχές, όπως στο Γκιουμούς-μαντέν (νότια της Σινώπης), Ακντάγ-μαντέν (βόρεια του Άλυ), Μπουλγάρ-μαντέν (στο Ικόνιο, κοντά στον Ταύρο), Άργανα (στο Ντιαρμπεκίρ) κ.α. Επίσης μιλούσαν ποντιακά έποικοι από τον Πόντο στις παραμεθόριες με την Τουρκία περιοχές του Καυκάσου (Καρς, Βατούμ κ.ά.) και της νότιας Ρωσίας (περιοχές Κρασνοντάρ, Ζντάνοφ κ.ά.).

Η ποντιακή διάλεκτος, και εξαιτίας του εκτεταμένου γεωγραφικού χώρου όπου είχε απλωθεί και από έλλειψη επαφών και επικοινωνίας ανάμεσα στους ομιλητές της, είχε κατατμηθεί σε διάφορα ιδιώματα. Κυριότερα απ' αυτά ήταν τα εξής:
  • Το ιδίωμα Τραπεζούντας, Ματσούκας, Σάντας και Χαλδίας. Ήταν η πολυπληθέστερη διαλεκτική ομάδα, γιατί αποτελούσε τα εννέα δέκατα (9/10) του ποντιακού ελληνισμού, κατά τον Α.Α. Παπαδόπουλο. Απ' αυτούς μάλιστα αποικίστηκαν στα μεταγενέστερα χρόνια οι περιφέρειες Τρίπολης, Κερασούντας, Κοτυώρων και Αμισού, καθώς και περιοχές στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας όπου πήγαν ως μεταλλουργοί.
  • Το ιδίωμα Όφη και Σουρμαίνων.
  • Το ιδίωμα Κερασούντας και Τρίπολης, που παρουσιάζει τις λιγότερες αλλαγές σε σχέση με τα υπόλοιπα ιδιώματα.
  • Το ιδίωμα Οινόης.
  • Το ιδίωμα Αμισού. Η παράλια πόλη Αμισός (Σαμψούντα) ήταν συνονθύλευμα από Έλληνες της Καππαδοκίας, Κωνσταντινούπολης, Οινόης και άλλων μερών του Πόντου. Γι’ αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμά της.
  • Το ιδίωμα Ινέπολης. Είναι το πιο δυτικό από τα ιδιώματα του Πόντου και γι' αυτό επηρεάστηκε σοβαρά από την κοινή νεοελληνική.
Μπορούν να μνημονευτούν ακόμα τα ιδιώματα Κοτυώρων (Ορντούς), Σινώπης, Νικόπολης κ.ά.
Σήμερα βέβαια ο όρος «ποντιακή διάλεκτος» δεν έχει γεωγραφική έννοια. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών Ελλάδας και Τουρκίας το 1922 οι Πόντιοι ζουν διεσπαρμένοι σε όλη την Ελλάδα, και σε αστικά κέντρα και ιδίως στην ύπαιθρο. 
Για τον τρόπο που μιλιέται τώρα η ποντιακή και για το μέλλον της έγραψε ο Α.Α. Παπαδόπουλος: «Και όπου μεν έχουν εγκατασταθή εις συνοικισμούς ακραιφνώς ομοιογενείς, όπως εις την Μακεδονίαν, εκεί επί του παρόντος εξακολουθεί να ομιλήται η διάλεκτος όπως και εις τον Πόντον, αλλ’ όπου ανεμείχθησαν με άλλους πρόσφυγας προερχομένους άλλοθεν της Τουρκίας, όπως εκ της Ανατολικής Θράκης, εκεί έπαυσε να είναι ακραιφνής. Το ίδιον συμβαίνει και όπου ανεμείχθησαν με ιθαγενείς είτε των αστικών κέντρων είτε της υπαίθρου χώρας. Πάντως δε κατά νόμον φυσικόν θα συντελεσθή συν τω χρόνω πλήρης πανταχού γλωσσική αφομοίωσις των Ποντίων διά της επιδράσεως της κοινής Ελληνικής και θα έλθη χρόνος, ότε η διάλεκτος θα ανήκη πλέον εις την κατηγορίαν των νεκρών γλωσσών. Εξαίρεσιν θα αποτελέσουν τα ιδιώματα του Όφεως και της Τόνγιας, περιφερειών της επαρχίας Τραπεζούντας, διότι οι ελληνόφωνοι κάτοικοι αυτών, απόγονοι εξισλαμισθέντων Ελλήνών, δεν υπήχθησαν εις την ανταλλαγήν ως Μουσουλμάνοι την θρησκείαν» (Ιστορ. λεξ. ποντ. γ').

2. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ
Από τα χαρακτηριστικά της διαλέκτου μνημονεύονται επιλεκτικά με συντομία:
2.1. ΦΩΝΗΤΙΚΑ-ΦΩΝΟΛΟΓΙΚΑ
  • Τα φωνήεντα και τα σύμφωνα της ποντιακής είναι γενικά τα ίδια με της κοινής νεοελληνικής. Στα σύμφωνα της ποντιακής υπάρχουν επιπλέον τα παχιά συριστικά σ, τσ, ξ, τξ, όπως και σε άλλα νεοελληνικά ιδιώματα.
  • Το αρχαίο η προφέρεται ως ε, δηλαδή η ποντιακή διατηρεί την αρχαία ιωνική προφορά του η: άκλερος, νύφε, κλέφτες, εγάπεσα, ζεμία, έτον, χωρέτες, κλέμαν, σκωλέκ(ιν), εκοιμέθα κ.ά. Το φαινόμενο αυτό, ενώ έχει μεγάλη διάδοση, εμφανίζει ταυτόχρονακαι πολλές εξαιρέσεις: ποτήρ’, νιφτήρα, αληγορώ, να τερής, βροντή, χολή, ασκητής, χρήμαν κ.ά.
  • Συγκοπή (εξαφάνιση) των φωνηέντων i και u όταν βρίσκονται αμέσως μετά ή αμέσως πριν από την τονιζόμενη συλλαβή: χωράφ’, εσ’χώρεσα-εσ’χωρώ, ακούω-έκ’σα, χωρέτ’, κορ’τσόπον, κλέφτ(ει)ς, κλέφτ(ου)ς, επέγ(ει)να, πορπάτ(ει) κ.ά. Το φαινόμενο αυτό συμβαίνει σε ορισμένα ιδιώματα και παρουσιάζει πολλές εξαιρέσεις. Αν μετά την εξαφάνιση του i και u τα σύμφωνα που συμπίπτουν είναι το τ και το σ, προφέρονται τσιτακιστικά, σαν τσ, όχι διεσταλμένα: δεσπότς, Μάρτς, κλέφτς, πότσον, φώτσον κ.ά. Σε άλλες περιπτώσεις ανάμεσα στα σύμφωνα που συμπίπτουν αναπτύσσεται, για φωνητικούς λόγους, ένα τ ή π: φέρεις → φέρ’ς → φέρτς, κρίντς (κρίνεις), θέλτς (θέλεις), Αντώντζ (Αντώνης), γειτόντζα (γειτόνισσα) κτλ., Αβράμης → Αβράμ’ς → Αβράμπς, καϊμακάμπς, κρέμπσον (κρέμισον), ημπσός (ήμισυς) κτλ.
  • Προφέρονται ασυνίζητα οι ακολουθίες φωνηέντων ea, eo και ίa: βασιλέας, βαρέα, παλαίος, αραίος, παιδία. εθυμίασα κ.ά.
  • Τα φωνήεντα ea και ia, καθώς και eo και io, όταν είναι άτονα ή τονίζεται το δεύτερο, προφέρονται σαν ενδιάμεσοι φθόγγοι α και ο: όρνα, παλά, δάκρα, δάβoλoς, σπέλον, παλόνω, δάκρον κ.ά.
  • Διατηρείται σε ορισμένα ιδιώματα το τελικό ν (το παιδίν, το χωράφιν, την ημέραν, τον κύρην, επαίρεν, τερέστεν κ.ά.) ή εμφανίζεται προσθετικά (το χώμαν, το στόμαν, το θάμαν, ο βασιλέαν, ο κριτήν, ο Γιάννεν κ.ά.).
  • Ο τόνος ανεβαίνει στην κλητική των ονομάτων: Άναστασ’, Βάσιλ’κη, Εύγενη, Φώτεινη, Γέρικα, 'Αντων’, γάμπρε κ.ά. Αυτό γίνεται όταν υπάρχει έμφαση στο κάλεσμα, δηλαδή σε περιπτώσεις δυσφορίας, ανυπομονησίας κτλ.
  • Τονίζονται και πέρα από την τρίτη συλλαβή από το τέλος («τρισυλλαβία»)
o    θηλυκά προπαροξύτονων επιθέτων (έμορφεσα, άσκεμεσα, νόστιμεσα κτλ.) και
o    ρηματικοί τύποι που κρατούν αμετακίνητο τον τόνο τους (έκαιγαμε, ετίμαναμε, έκατσετεν, εκάκυνανε κτλ.).
Στις περιπτώσεις αυτές λέγεται ότι αναπτύσσεται «δευτερεύων τόνος», ασθενέστερος από τον κύριο τόνο, σε περιορισμένη ίσως γεωγραφική έκταση.

2.2. MOPΦΟΛOΓIΚA
  • Εμπρόθετα άρθρα ση (γεν. = στου, στης, στων), σου, σον, σην, σο κτλ.: ση Παρέσας (στης Παρ.), σον ποπάν (στον παπά), σο χωράφ’ (στο χωράφι) κτλ.
  • Επικράτηση του ουδέτερου άρθρου τα σε θηλυκά ουσιαστικά που δηλώνουν άψυχα πράγματα ή έμψυχα μη λογικά όντα: τα λαλίας, τα εικόνας, τα κοσσάρας, τα κορώνας κ.ά.
  • Τα ουσιαστικά σε -ος όταν είναι έναρθρα λήγουν σε –ον και όταν είναι άναρθρα σε -ος: ο γυρευόν γυρεύει αλλά γυρευός κρούει σην πόρταν, ατός ο Χριστόν έτον αλλά αγούτος παλαλός έν’, κττ. Το φαινόμενο αυτό συμβαίνει κανονικά στα ιδιώματα Κερασούντας, Κοτυώρων, Τραπεζούντας, Χαλδίας κ.ά.
  • Σχηματισμός γενικής των αρσενικών σε -ος: ο πάππον - τη πάππονος, λύκονος, άρκονος, γέρονος, πάρδονος, Τούρκονος.
  • Η υποκοριστική κατάληξη -όπον είναι η πιο διαδεδομένη υποκοριστική κατάληξη της διαλέκτου: κορ’τσόπον, ρακόπον (ρακί), μαλλόπα (μαλλιά), παιδόπον (παιδί) κτλ.
  • Σχηματισμός θηλυκού επιθέτων σε -ος και -εσα:
    ο άλαλος - η άλαλος και άλαλεσα - το άλαλον, ο άνοστος - η άνοστος και άνοστεσα - το άνοστον, η άσκεμος και άσκεμεσα, η άχαρος και άχαρεσα, η έμορφος και έμορφεσα κτλ. • Η αύξηση των ρημάτων ε μπαίνει κανονικά, είτε τονίζεται είτε όχι: εβάλ’να, εκοιμέθα, εφανέρωσα, εφανέρωσαμε κτλ.
  • Ένας τύπος μέλλοντα και για τη διάρκεια και για το στιγμιαίο: θα τρέχω = «θα τρέχω» και «θα τρέξω», θα ζώσκουμαι = «θα ζώνομαι» και «θα ζωστώ».
  • Για τη δήλωση πράξης που θα ακολουθήσει αμέσως μετά τη στιγμή της ομιλίας χρησιμοποιούνται εκφράσεις καθώς έχ’ και πάω ή πάω και στέκω = «θα πάω αμέσως».
  • Σχηματισμός προστακτικής σιγματικού και άσιγμου αορίστου σε -ον: φανέρωσον, τίμεσον, γράψον, δείξον, βάλον, στείλον, σύρον κ.ά.
  • Η παθητική φωνή των ρημάτων σχηματίζεται σε -ουμαι (-γουμαι, -κουμαι, -σκουμαι, -ίουμαι): ξεραίνουμαι, θερίγουμαι, φυτεύκουμαι, κλώσκουμαι, τιμίουμαι κ.ά.
  • Τα παλιά ρήματα σε -όω σχηματίζουν παθητική φωνή σε -ούμαι: φανερούμαι, στεφανούμαι, φορτούμαι κ.ά.
  • Κατάληξη α' πληθ. ενεστώτα παθητικής φωνής σε -μες: φαίνουμες, κάθουμες, φυτεύκουμες κ.ά.
  • «Από τα λίαν χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαλέκτου είναι η πρωτοφανής ανάπτυξις και έκτασις των τοπικών επιρρημάτων» (Α.Α. Παπαδόπουλος). Τα επιρρήματα αυτά χρησιμοποιούνται
o    απλά: αδά (= εδώ), εκεί, ατού (= αυτού), έξ' (= έξω), άν’ (= άνω), κά (= κάτω) κ.ά.
o    συνδυασμένα: ατού απέσ' (= αυτού μέσα), ατού αφκά (= αυτού κάτω), αδά μερέαν (= εδώ μεριά) κ.ά.
o    σύνθετα: απέσ’ (από+έσω), αποπέσ’ (από+απέσω), ακειαπάν’ (εκεί+επάνω), αδαπλάν (αδά+πλάν), απαγκαικά (επάνω και κάτω) κ.ά.

2.3. ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΑ
  • Σύνταξη επιθέτου ουδέτερου γένους με αρσενικά και θηλυκά ουσιαστικά που φανερώνουν άψυχα πράγματα ή έμψυχα μη λογικά: έμορφον λαλία - έμορφα λαλίας, το χρυσόν η μαστραπά, τα μαύρα τα ημέρας κτλ. (αλλά η έμνοστος η νύφε, η άσκεμος η γραία, η καλέσα η μάνα κτλ.).
  • Οι εμφατικοί τύποι των κτητικών αντωνυμιών (τ’ εμόν, τ’ εσόν – τ’ εμέτερον, τ’ εσέτερον, τ’ ατεινέτερον) χρησιμοποιούνται μόνο στο ουδέτερο γένος και στον ενικό αριθμό. Στον πληθυντικό μπαίνουν μόνο όταν αναφέρονται σε ουδέτερα πληθυντικού αριθμού: τ’ εσόν η γυναίκα, τ’ εμόν ο Γιάννες, τ’ εσέτερον τα εγκλησίας, τ’ εμέτερον οι δεσκάλ’ κτλ. αλλά τ’ εσά τα ψέματα, τ’ εμέτερατα λώματα κτλ.
  • Το αντικείμενο εκφέρεται πάντα σε αιτιατική πτώση: είπα τον κύρη σ’, έδειξα ’τον τ’ οσπίτ’ν ατ’, ντο λέγω σε, έφερα τον Γιάννεν έναν γράμμαν κτλ.
  • Οι αδύνατοι τύποι της προσωπικής αντωνυμίας επιτάσσονται πάντα, ακόμα και ύστερα από άρνηση: είπε με, είδεν ατουνούς, εδώκα ‘τον, ‘κί πουλεί με το χτήνον κτλ.
  • Χρήση του αρνητικού ‘κί, «όπερ κατ’ εξοχήν διαστέλλει αυτήν από την κοινήν Ελληνικήν» (Α.Α. Παπαδόπουλος): ‘κί θέλω, ‘κ’ εθέλεσα, ‘δεν ‘κί λέγω, ‘δεν ‘κ’ είπα κτλ.
  • Δήλωση του συγκριτικού βαθμού με το άλλο ή κι άλλο + θετικός βαθμός (άλλο έμορφος ή κι άλλο έμορφος = «ομορφότερος») και του απόλυτου υπερθετικού με το πολλά (πολλά έμορφος = «πάρα πολύ όμορφος»).
3. ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΑΚΗΣ

Το γενικότερο πρόβλημα της ταξινόμησης των νεοελληνικών ιδιωμάτων/διαλέκτων το συναντούμε και στην περίπτωσητης ποντιακής. Δεν υπάρχει ακόμα μια οριστική κατάταξη των ιδιωμάτων του Πόντου, γιατί δεν είμαστε βέβαιοι για το κριτήριο με βάση το οποίο πρέπει να γίνει αυτή.

Ίσαμε σήμερα έχουν επιχειρηθεί διάφορες κατατάξεις. Μια πρώτη κατάταξη, που έγινε με γεωγραφικά κριτήρια, την οφείλουμε στο Μανόλη Τριανταφυλλίδη (Ιστορική εισαγωγή 288). Ξεχωρίζει σ’ αυτήν τα δυτικά ή νιώτικα ιδιώματα (Οινόης, Άνω Αμισού, Σινώπης, και Ινέπολης), τα ανατολικάή τραπεζουντιακά (Τραπεζούντας, Σουρμαίνων, ΌΦη, Ριζούντας, Ματσούκας, Κερασούντας, Τρίπολης και Λιβεράς) και τα νοτιοανατολικά ή χαλδιώτικα (Αργυρούπολης, Νικόπολης, Σάντας, Κρώμνης κ.ά.). Η διαίρεση αυτή δεν αποδίδει την πραγματική εικόνα της διαλεκτικής διαφοροποίησης. Είτε γιατί ξεχωρίζει ιδιώματα που ανήκουν στην ίδια ομάδα (π.χ. της Χαλδίας και της Τραπεζούντας) είτε γιατί συμπεριλαμβάνει πολύ διαφορετικά μεταξύ τους ιδιώματα (όπως το ιδίωμα της Τραπεζούντας και τα ιδιώματα Σουρμαίνων, ΌΦη, Ριζούντας).

Μια άλλη διαίρεση επιχείρησε αργότερα ο Α.Α. Παπαδόπουλος (Αρχείον Πόντου 18, 1953, 84), με φωνητικά κριτήρια. Με βάση την αποσιώπηση των άτονων φωνηέντων i και u και την τροπή των άτονων e και ο σε i και u, ο Παπαδόπουλος κατέταξε τα ποντιακά ιδιώματα σε δύο ομάδες, στη μεσημβρινή, η οποία διατηρεί τα φωνήεντα «απαθή» (ιδιώματα Αμισού, Ινέπολης, Κερασούντας, Νικόπολης, Οινόης, Σινώπης και Τρίπολης), και στην ημιβόρειο, η οποία αποσιωπά τα άτονα i και u, αλλά χωρίς να στενεύει τα άτονα e και ο (ιδιώματα Κοτυώρων, ΌΦη, Σάντας, Σουρμαίνων, Τραπεζούντας, Σεμενίου και Χαλδίας).

Τα κριτήρια της κατάταξης αυτής είναι παρμένα από τα βόρεια ιδιώματα της νέας ελληνικής. Εκεί όμως τα φαινόμενα αυτά παρουσιάζουν κανονικότητα και η ταξινόμηση εκείνων των ιδιωμάτων, σε βόρεια, ημιβόρεια και νότια, αποδίδει τη φυσιογνωμία τους, πράγμα που δε συμβαίνει στην περίπτωση της ποντιακής. Γιατί σ’ αυτήν το φαινόμενο της αποσιώπησης των άτονων i και u ούτε κανονικότητα έχει ούτε τη βασική φυσιογνωμία των ιδιωμάτων της αποδίδει. Χρησιμοποιούμε δηλαδή ως κριτήριο ένα ισόγλωσσο που έχει δευτερεύοντα και συμπτωματικό χαρακτήρα στα ποντιακά ιδιώματα.

Με τα σημερινά δεδομένα της διαλεκτολογικής έρευνας πιστεύω ότι η κατάταξητων ποντιακών ιδιωμάτων με βάση το ισόγλωσσο «τελικό ν», που την επιχείρησε και αυτήν ο Α. Α. Παπαδόπουλος, δίνει την πιο αντιπροσωπευτική εικόνα της διαλεκτικής διαφοροποίησης στον ποντιακό χώρο. Με βάση λοιπόν τη διατήρηση ή αποσιώπηση του τελικού v έχουμε στην ποντιακή δύο ομάδες ιδιωμάτων. Στην πρώτη (ιδιώματα που διατηρούν το τελικό ν) ανήκουν τα ιδιώματα Κοτυώρων, Κερασούντας, Τρίπολης, Τραπεζούντας, Ματσούκας, Σάντας, Χαλδίας και Νικόπολης και στη δεύτερη (ιδιώματα που το αποσιωπούν) ανήκουν τα ιδιώματα Ινέπολης, Αμισού, Οινόης, Όφη και Σουρμαίνων.

Δημήτρης Ε. Τομπαΐδης
Φιλόλογος, Μέλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου
Από την «Εγκυκλοπαίδεια Ποντιακού Ελληνισμού»
Εκδόσεις Μαλλιάρης – Παιδεία

kalytheo

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Instagram @pontiakilyra

Instagram @pontiakilyra