Παρουσίαση κατασκευαστών Λύρας: Δαμιανίδης Γιαννάκης

Ο κυρ-Γιάννης γεννήθηκε στο Παλαιόκαστρο Σερρών το 1933. Οι γονείς του πρόσφυγες από τον πόντο. Ο πατέρας του ήταν από το χωριό Τσαπίκ της περιοχής του Κάρς και η μητέρα του από το χωριό Κιμίς Μετέν.Από το ίδιο χωριό απ΄την πατρίδα ήταν και υπόλοιποι Πόντιοι του Παλαιόκαστρου, έτσι μεγάλωσε με ατμόσφαιρα καθαρά παραδοσιακή ποντιακή, με όλα τα ήθη και έθιμα που έφεραν οι δικοί του, όταν πήραν το δρόμο της προσφυγιάς. 
Από νεαρή ηλικία διακρίθηκε για την έφεση του σε πάσης φύσεως κατασκευές.
Στα παιδικά του χρόνια έφτιαχνε τα παιχνίδια για να παίζει με τους φίλους του. Τις πρώτες ύλες για αυτά τις έβρισκε στις αποθήκες του αεροδρομίου που βρισκόταν στο χωριό του και άφησαν μετά την κατοχή, οι Γερμανοί όταν έφυγαν από την Ελλάδα. Οι βόμβες τους έγιναν, καροτσάκια, ρόδες, καλούπια για βιολιά και διάφορα άλλα χρηστικά αντικείμενα. Μεγάλο του πάθος ήταν οι μηχανές και επιθυμούσε διακαώς να γίνει μηχανικός αυτοκινήτων. Τα δύσκολα χρόνια που μεγάλωσε (κατοχή-εμφύλιος) δεν του επέτρεψαν να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.


Παρακολούθησε μαθήματα ξυλουργικής τέχνης για 3 μήνες σε ένα πρόγραμμα του σχεδίου Μάρσαλ. Τότε ανέπτυξε εργαλεία που άφησαν άφωνο τον αρχιμάστορα του προγράμματος. Μετά άρχισε να εργάζεται σαν ξυλουργός-κουφωματάς, σαν κτίστης, ενώ το μόνο που δεν του άρεσε ήταν η γεωργία. 


Σε ηλικία 17 ετών ο γαμπρός του τον σύστησε σε ένα μηχανικό αυτοκινήτων σε στρατιωτικό συνεργείο στον Λευκώνα Σερρών για να μάθει την δουλειά. Αυτός επειδή δεν μπορούσε να τον πάρει  έφερνε αντιρρήσεις και ο γαμπρός για να τον παινέψει είπε στον μηχανικό "είναι τόσο καλός που μέχρι και βιολί μπορεί να σου κάνει!". Τότε ο μηχανικός θεωρώντας πως είναι αδύνατον ένα παιδί 17 ετών από το πουθενά, να κατασκευάσει ένα βιολί, είπε: "Ε άμα μου κάνει ένα βιολί τότε θα τον πάρω στην δουλειά".
Ο κυρ-Γιάννης έφυγε κατ' ευθείαν πήγε έφτιαξε καλούπια από χοντρή λαμαρίνα που είχε πάρει από γερμανική βόμβα και ξεκίνησε να βράζει τα ξύλα για να κάνει το ηχείο του βιολιού. Μετά από ένα μήνα το βιολί ήταν έτοιμο και ο μηχανικός έμεινε με το στόμα ανοικτό. Έτσι του έδωσε στρατιωτικές φόρμες και ξεκίνησε. Περίπου ένα μήνα δούλεψε εκεί κρυφά, όμως κάποιος το είπε σε ένα Λοχαγό. Αμέσως σήμανε  αναφορά της ομάδας. (παρουσίες)

Το καλούπι για το βιολί.
Με το βιολί που κατασκεύασε.1950

Όπως μας περιγράφει, εκείνη την ώρα τρόμαξε πολύ, άλλα σκέφθηκε, "ότι και να μου κάνουν τώρα δεν θα πώ ποιος με έβαλε εδώ". Μετά τις επίμονες ερωτήσεις, χωρίς να δώσει απάντηση, έφαγε μία γροθιά στο στομάχι και του είπαν “εξαφανίσου από εδώ». Ευτυχώς για αυτόν απλά τον έδιωξαν.
Την πρώτη ή μάλλον τις πρώτες λύρες τις έφτιαξε το 1951, όπως μας λέει, κάπου δούλευε σε ένα σπίτι και εκεί είχαν ένα κορμό από δαμασκηνιά (κοκκίμελο). Αυτό είναι καλό για λύρες είπε και κατασκεύασε τρείς. 
Το 1952 γοητευμένος από το ακορντεόν πλήρωσε 2500 δρχ (αμύθητο ποσό για την εποχή εκείνη) για να αγοράσει ένα. 
Ακορντεόν οδηγώντας το ποδήλατο.

Το 1954 κατά την διάρκεια της θητείας του στο στρατό ενώ φυλούσε σκοπιά σκάλιζε μία λύρα, με μοναδικό εργαλείο ένα σουγιά! Αφοσιωμένος στην κατασκευή του τον πλησίασε ένας ανθυπολοχαγός και τον ακινητοποίησε! Για καλή του τύχη ο αξιωματικός ήταν κρητικός και του άρεσε η λύρα και έτσι την γλύτωσε. 

4-7-1956

Η στρατιωτική θητεία του συνέπεσε με τον μεγάλο σεισμό στα Ιόνια νησιά, έτσι με απόσπαση από την μονάδα του βρέθηκε στην Ζάκυνθο να κατασκευάζει στέγες με κεραμίδια για τα δημόσια σχολεία και τις εκκλησίες.  Ήταν τέτοια η προσφορά της εργασίας του που ενώ είχε απολυθεί δεν τον στέλναν στην μονάδα του για απόλυση, και μόνο όταν από εκεί έστειλαν σήμα ότι έπρεπε να φύγει, τον έστειλαν πίσω και απολύθηκε.

Ζάκυνθος.Επάνω στη στέγη

Το 1958 παντρεύτηκε και το 1959 απέκτησε μία κόρη. Μαζί με την οικογένεια του πλέον πήγε στη Θεσσαλονίκη. Πρώτη του κατοικία στην Πολίχνη. Εκεί αναλάμβανε οικοδομικές κατασκευές από τα θεμέλια. Αργότερα έμεινε στην Ηλιούπολη, μετά αφού έφτιαξε ένα σπίτι με τον συνέταιρο του στην Πολίχνη, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού τους έδωσε μερικά χρήματα και το διπλανό οικόπεδο. Ο συνέταιρος του ήταν ελεύθερος και το άφησε στον κυρ-Γιάννη για να βάλει την οικογένεια μέσα στο σπίτι που έκαναν εκεί. Τα χρόνια δύσκολα, μεγάλη φτώχεια, δούλευαν για επιβίωση. Τότε ξεκίνησε το ρεύμα της μετανάστευσης στην Γερμανία. Ο κυρ-Γιάννης δεν το πολυσκέφτηκε, με πολύ προσπάθεια κατάφερε να βγάλει διαβατήριο και ξεκίνησε με το θρυλικό πλοίο “Κολοκοτρώνης» από τον Πειραιά για Ιταλία, μετά στο τρένο για την Γερμανία.

Γερμανία 1967

Πήγε με ειδικότητα κτίστη με την οποία εργάστηκε στην αρχή. Στους χώρους της οικοδομής έβλεπε τους πλακάδες με τις άσπρες φόρμες τους (στην Γερμανία του 1963 το κάθε συνεργείο της οικοδομής φορούσε ίδιο χρώμα φόρμες!) και πολύ τον γοήτευσε η τέχνη τους. Ένας κουμπάρος του εργαζόταν σαν πλακάς και τον σύστησε σαν μάστορα. Όταν εμφανίστηκε την πρώτη μέρα στην οικοδομή έβγαλε το μυστρί που είχε για το κτίσιμο και οι Γερμανοί συνάδελφοι του ξέσπασαν σε ακράτητα γέλια. Του έδωσαν αυτοί κάποια εργαλεία και ξεκίνησε. Βέβαιο δεν ήταν τόσο απλό όσο φαινόταν. Το μεσημέρι όλοι σχόλασαν, μόνο ένας συνέχιζε να δουλεύει….
Ήρθε το αφεντικό βλέπει τον κυρ-Γιάννη να στέκεται μπροστά στο  1 τετρ.μέτρο πλακάκια που είχε περάσει όλη την μέρα, “μπράβο” του λέει, “τι άλλο έκανες σήμερα;
Αυτό” του απαντάει ο κυρ-Γιάννης και δείχνει το 1 μέτρο!
Όπως διηγείται ο ίδιος του λέει το αφεντικό “Νάϊν, δεν μπορώ να σε πληρώνω για να κάνεις 1 μέτρο την ημέρα”. 
Είναι σωστά τοποθετημένα αυτά;”  
Ναι, αλλά είναι λίγα, αύριο μην έρθεις στην δουλειά
Άσε με να δουλέψω και μην με πληρώνεις” του αντιπροτείνει ο κυρ-Γιάννης και έτσι το δέχτηκε. Σε μία εβδομάδα μέσα είχε περάσει σε παραγωγή τους παλαιότερους τεχνίτες του συνεργείου. 

Οι κόπτες πλακιδίων που είχαν τότε ήθελαν λάδωμα κάθε μέρα για να δουλεύουν επειδή ήταν συρόμενοι. Σε συζήτηση με ένα συνάδελφο Γερμανό του λέει “θα φτιάξω κόφτη που δεν θα χρειάζεται λάδωμα κάθε μέρα». –“Αποκλείεται” η απάντηση.
Μετά από μερικές μέρες του παρουσιάζει μία κατασκευή, που το σώμα που έχει το  διαμάντι χάραξης είχε ρουλεμάν και γλιστρούσε χωρίς λάδωμα και με φινίρισμα εργοστασιακής αισθητικής. Ο συνάδελφος του δεν μπορούσε να το χωνέψει και του είπε “Γιόχαν,  αποκλείεται να το έκανες εσύ αυτό”.
 Κατασκευή που συνέχισε να εξελίσσει μέχρι τις μέρες μας καλύπτοντας τις απαιτήσεις από τις αλλαγές στον τομέα των πλακιδίων.

Επί τω έργω

Πρέπει να αναφέρουμε βέβαια ότι εκεί δεν ήταν ούτε τότε, “παίρνω ένα μυστρί και είμαι μάστορας”, υπήρχαν προδιαγραφές, σχέδιο, έλεγχος, δεν μπορούσες να δουλέψεις έτσι απλά. 
Κατά την δεκατριάχρονη παραμονή του στην Γερμανία απέκτησε και δύο γιούς. Έτσι το 1975 μια και ποτέ δεν σταμάτησε να σκέφτεται την επιστροφή στην πατρίδα, μάζεψε την οικογένεια του και επέστρεψε. Εργάστηκε σαν ταξιτζής για πολύ λίγο, μια και τα πλακάκια ήταν πολυτέλεια για την Ελλάδα της εποχής.
Ξεκινώντας μετά σιγά-σιγά με τα πλακάκια αντιμετώπισε πολλές αντιρρήσεις αφού φάνταζε σαν εξωγήινος για την δουλειά που έκανε και τα υλικά που χρησιμοποιούσε. Μπορούμε με σιγουριά να πούμε πως είναι ένας, (αν όχι ο μόνος) από δύο-τρείς τεχνίτες πανελλαδικά που τοποθετούσαν πλακίδια με αρμό από το 1976, τεχνική που επικράτησε και εδώ μετά το 1992. 

Όλα αυτά τα χρόνια βέβαια ποτέ δεν σταμάτησε να σκέφτεται τους “κεμεντζέδες”. “Άντε ρε Γιάννη, πότε θα κάνεις καμιά λύρα;” τον προέτρεπαν οι φίλοι του. “Όταν θα βγω στην σύνταξη” απαντούσε αυτός, αφού πάντα πνιγόταν από τις κλεισμένες δουλειές που είχε. 
Έτσι αφού βγήκε στην σύνταξη, έκανε την υπόσχεση του πράξη και ξεκίνησε να κάνει μία λύρα μετά από 40 χρόνια! 
Όπως λέει ο ίδιος παιδεύτηκε πάρα πολύ, του φάνηκε βουνό, αλλά δεν το παράτησε. Άλλωστε για την επιμονή του, ας μην ξεχνάμε ότι σαν οικονομικός μετανάστης, πρότεινε να εργαστεί χωρίς να πληρώνεται!

Σήμερα

Μία από τις λύρες του κυρ Γιάννη


Σήμερα οι λύρες που φτιάχνει ο κυρ-Γιάννης για τους φίλους του βρίσκονται σε Αυστραλία, ΗΠΑ, Γερμανία, Ρωσία ακόμη και στην Τουρκία αποσπώντας τα καλύτερα σχόλια για την ηχητική τους απόδοση άλλα και για την αισθητική τους από γνωστούς καλλιτέχνες του χώρου. Χρησιμοποιεί τα παραδοσιακά ξύλα όπως δαμασκηνιά, μουριά, ακακία, καρυδιά, αλλά και παλίσανδρο, ινδικό, μαόνι κλπ. 
Η πατέντα με μηχανικά κλειδιά που εφαρμόζει στις λύρες του καθιστούν το κούρδισμα με ακρίβεια εύκολη υπόθεση, ενώ δεν ξεκουρδίζονται σύντομα. 



"Για να δούμε πώς θα παίζει αυτή..."
Αντικαθιστά σε παλιές λύρες με ξύλινα κλειδιά βάζοντας νέα μηχανικά κλειδιά, τα δοξάρια με βίδα που τεντώνουν την αλογότριχα ανάλογα με την ανάγκη του κάθε λυράρη, βάζει κάψες ανάλογα με την κάθε λύρα ξεχωριστά και γενικά οι λύσεις που δίνει σε οποιοδήποτε πρόβλημα ενός οργάνου είναι ανώτερης ποιότητας, όπως ήταν πάντα τα έργα του. Γνωρίζει να παίζει λίγο, παρόλα αυτά το αυτί του “πιάνει” τα πάντα και το χέρι του δίνει πάντα την λύση.  

Παρά τα 79 χρόνια του, κάθε μέρα ανακαλύπτει κάτι νέο στην μεθοδολογία κατασκευής, στην χρήση των εργαλείων. Όταν ασχολείται με την αγαπημένη του ασχολία, νοιώθει γεμάτος ενέργεια και προσπαθεί να τελειώσει την κάθε λύρα που κάνει για να ακούσει “πως θα παίζει αυτή!”. Ενώ όπως μας δηλώνει  συγκινείται και χαίρετε πολύ όταν έρχονται νέα παιδιά που ασχολούνται με την λύρα.

Όπως λέει ο ίδιος “έπρεπε να ξεκινήσω τουλάχιστον 20 χρόνια νωρίτερα….” 
Και να συνεχίσεις για άλλα 20 χρόνια θα πούμε εμείς…..




Τις πληροφορίες του παραπάνω άρθρου μας τις έδωσε ο ίδιος σε αφηγήσεις που κατά καιρούς είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε και οι οποίες άνετα θα γέμιζαν ένα βιβλίο με πολύ ενδιαφέρον περιεχόμενο. 
Όποιος ενδιαφέρεται να επικοινωνήσει με τον Κυρ-Γιάννη μπορεί να στείλει e-mail στην διεύθυνση  pontiakilyrablog@gmail.com.

Τότον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Instagram @pontiakilyra

Instagram @pontiakilyra